Την ώρα που τα περιστατικά βίας από επισκέπτες και συνοδούς στα δημόσια νοσοκομεία της Ελλάδας αυξάνονται, ορισμένοι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι επιλέγουν να αναδείξουν το πρόβλημα με αποκλειστικό αίτημα την ενίσχυση της φύλαξης και την παρουσία αστυνομικών. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, καταφεύγουν σε απαράδεκτες ρατσιστικές δηλώσεις που στοχοποιούν κοινωνικές ομάδες με βάση την καταγωγή τους. Αυτή η αντιμετώπιση, όχι μόνο δεν αγγίζει τις βαθύτερες αιτίες του φαινομένου, αλλά αποπροσανατολίζει τη δημόσια συζήτηση και αποδυναμώνει τις δυνατότητες για ουσιαστικές λύσεις.
Η βία που ασκείται από ασθενείς, συνοδούς ή ακόμη και επισκέπτες σε εργαζομένους στις δομές υγείας αποτελεί ένα φαινόμενο με αυξανόμενη συχνότητα, σοβαρότητα και πολυπλοκότητα σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένες χώρες ή συστήματα υγείας — παρατηρείται τόσο σε ανεπτυγμένα όσο και σε αναπτυσσόμενα κράτη, στις πρωτοβάθμιες μονάδες όσο και στα νοσοκομεία.
Αν και σε αρκετές περιπτώσεις η συζήτηση επικεντρώνεται στην ανάγκη για αυξημένη φύλαξη, αυστηρότερες ποινές και παρουσία αστυνομικών δυνάμεων, διεθνείς οργανισμοί όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (ILO), η Διεθνής Συνομοσπονδία Νοσηλευτών (ICN) και η Public Services International (PSI) επισημαίνουν ότι η προσέγγιση αυτή είναι ατελής. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ζήτημα ασφάλειας — είναι ζήτημα σχέσης, συστημικών ελλείψεων και κουλτούρας.
Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, πάνω από το 60% των υγειονομικών εργαζομένων παγκοσμίως έχουν πέσει θύματα λεκτικής, ψυχολογικής ή σωματικής βίας. Κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19, τα ποσοστά αυτά εκτινάχθηκαν, με τους επαγγελματίες να βιώνουν σωματικές επιθέσεις, απειλές θανάτου, δημόσιες επιθέσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και λεκτική κακοποίηση.
Στην Αυστραλία, πάνω από το 95% των νοσηλευτών αναφέρουν εμπειρία κάποιου είδους βίας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Υπηρεσία Επαγγελματικής Ασφάλειας (OSHA) αναφέρει ότι οι εργαζόμενοι στον τομέα υγείας είναι πέντε φορές πιθανότερο να υποστούν βία σε σχέση με άλλους επαγγελματίες. Στη Μεγάλη Βρετανία, καταγράφηκαν πάνω από 75.000 επιθέσεις ετησίως κατά του προσωπικού του NHS.
Η βία δεν είναι πάντοτε προϊόν αντικοινωνικής ή εγκληματικής συμπεριφοράς. Πολύ συχνά έχει αιτίες που σχετίζονται με τη λειτουργία του συστήματος υγείας και την εμπειρία του ασθενούς. Συνωστισμός και μεγάλες αναμονές, έλλειψη πληροφόρησης, ανεπαρκής στελέχωση, ψυχολογική επιβάρυνση των προσερχόμενων, προηγούμενη κακή εμπειρία ή δυσπιστία στο σύστημα συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα. Η αίσθηση εγκατάλειψης, αδιαφορίας και ασυνεννοησίας δημιουργεί συνθήκες που ευνοούν την έκρηξη θυμού και την εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς.
Αναγνωρίζοντας ότι η αστυνόμευση και οι ποινές δεν αντιμετωπίζουν τα βαθύτερα αίτια, οι διεθνείς οργανισμοί έχουν αναπτύξει κοινές κατευθυντήριες οδηγίες για την πρόληψη της βίας στον χώρο εργασίας στον τομέα της υγείας. Σε αυτές περιλαμβάνονται αλλαγές στο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον, όπως η διασφάλιση επαρκούς φωτισμού, καθαρών και άνετων χώρων αναμονής, μείωση του συνωστισμού μέσω καλύτερης διαχείρισης των ροών ασθενών, σαφής σήμανση και πληροφόρηση για τον χρόνο αναμονής.
Παράλληλα, προτείνονται μέτρα οργάνωσης και εκπαίδευσης, όπως η κατάρτιση προσωπικού σε τεχνικές αποφόρτισης κρίσεων, η δημιουργία ομάδων υποστήριξης μετά από περιστατικά βίας και η ύπαρξη σχεδίων αντιμετώπισης τέτοιων γεγονότων. Η διαχείριση παραπόνων και η ενίσχυση της επικοινωνίας με ασθενείς και συνοδούς προβάλλουν επίσης ως καθοριστικοί παράγοντες. Η δημιουργία διαύλων επικοινωνίας και άμεσης ανταπόκρισης στις ανησυχίες των πολιτών λειτουργεί αποτρεπτικά για την κλιμάκωση εντάσεων.
Η τοποθέτηση φυλάκων και κουμπιών πανικού είναι απαραίτητα μέτρα άμεσης παρέμβασης, όμως, όπως δείχνουν τα στοιχεία, δεν αρκούν. Δεν αλλάζουν την καθημερινή εμπειρία του πολίτη, δεν αντιμετωπίζουν τη ρίζα του προβλήματος και ενίοτε μπορεί να δημιουργήσουν αίσθημα καταπίεσης και επιτήρησης. Ειδικά σε κοινωνικά φορτισμένα περιβάλλοντα, η αστυνόμευση ενδέχεται να εντείνει την καχυποψία και την αποξένωση των πολιτών από το σύστημα υγείας.
Αντίθετα, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η μείωση της βίας επιτυγχάνεται όταν το σύστημα υγείας δημιουργεί ασφαλή, καθαρά και λειτουργικά περιβάλλοντα, επενδύει στην επικοινωνία και την ανθρώπινη σχέση, εμπνέει εμπιστοσύνη και διαφάνεια και στηρίζει το προσωπικό όχι μόνο με μέσα καταστολής, αλλά με εκπαίδευση, χρόνο και σεβασμό.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η Σουηδία, όπου η αναδιοργάνωση των επειγόντων με βάση την εμπειρία του ασθενούς μείωσε τα περιστατικά βίας κατά 40%, ο Καναδάς, όπου η υποχρεωτική εκπαίδευση όλου του προσωπικού στην επικοινωνία με δύσκολους ασθενείς είχε μετρήσιμα αποτελέσματα, και η Νέα Ζηλανδία, όπου η συν-δημιουργία κανόνων συμπεριφοράς μαζί με τους ασθενείς ενίσχυσε τον αμοιβαίο σεβασμό.
Η βία κατά των εργαζομένων στις δομές υγείας δεν είναι μια ανωμαλία. Είναι ένας δείκτης κρίσης. Δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με κατασταλτικά μέσα ή ενίσχυση της φύλαξης. Απαιτείται συνολική στρατηγική πρόληψης που να συνδυάζει βελτίωση των υποδομών, σεβασμό στον χρόνο και την αξιοπρέπεια του πολίτη, συνεχή κατάρτιση του προσωπικού και οργανωτική κουλτούρα διαφάνειας, φροντίδας και εμπιστοσύνης. Γιατί η αληθινή ασφάλεια στις δομές υγείας δεν χτίζεται με κάμερες και φρουρούς. Χτίζεται με σχέσεις. Η πρόληψη της βίας δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι ηθική και πολιτική επιλογή.
Απέναντι σε ένα σύνθετο και παγκόσμιο φαινόμενο, όπως αυτό της βίας σε βάρος υγειονομικών, η μονοδιάστατη προσέγγιση της ενίσχυσης της φύλαξης —συχνά συνοδευόμενη από ρατσιστικές στοχοποιήσεις— όχι μόνο αποτυγχάνει να προσφέρει λύσεις, αλλά επιβαρύνει περαιτέρω το κλίμα στα δημόσια νοσοκομεία. Τα συνδικάτα στην Ελλάδα οφείλουν να εγκαταλείψουν αυτή την επικίνδυνη τακτική και να ενσωματώσουν στις διεκδικήσεις τους τις κατευθύνσεις που προτείνουν οι διεθνείς οργανισμοί: πρόληψη μέσα από συστημικές αλλαγές, ανθρώπινες συνθήκες περίθαλψης, ενίσχυση της επικοινωνίας και υποστήριξη των εργαζομένων. Γιατί η ασφάλεια στον χώρο της υγείας δεν κατακτάται με αποκλεισμούς και ένοπλους φρουρούς, αλλά με σεβασμό, φροντίδα και εμπιστοσύνη.
KX





