Η στάση πολλών σωματείων και επαγγελματικών ενώσεων αποτελεί μνημείο συνδικαλιστικής υποκρισίας στο θέμα των ωρών εργασίας. Από τη μία, “κόπτονται” για τις ανθυγιεινές συνθήκες και την εντατικοποίηση της δουλειάς, υψώνοντας τη σημαία της μείωσης των ωρών εργασίας και από την άλλη, οι ίδιοι «προστάτες» των εργαζομένων, εκλιπαρούν για την καθιέρωση εφημεριών και την χρηματοδότηση των υπερωριών.
Αυτή η τακτική ακυρώνει με τον πιο ξεδιάντροπο τρόπο το αίτημα για λιγότερη δουλειά, εγκλωβίζοντας τους εργαζόμενους σε έναν αέναο κύκλο νόμιμης εξάντλησης. Στην πραγματικότητα, η εμμονή στη θεσμοθέτηση εφημεριών και στη χρηματοδότηση των υπερωριών λειτουργεί ως βολικό προπέτασμα καπνού για να καλυφθθεί η συνδικαλιστική τους αδράνεια. Έτσι, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες επιχειρούν να κρύψουν κάτω από το χαλί τα δικά τους ελλείμματα και την παταγώδη αποτυχία τους να οργανώσουν σοβαρό αγώνα για ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς εργαζομένων και προσλήψεις. Όμως στην πράξη αυτή η τακτική είναι “βούτυρο στο ψωμί” της εργοδοσίας αφού με αυτό τον τρόπο καλύπτει τα κένα σε διάφορες υπηρεσίες.
Αντί να παλεύουν λοιπόν για αξιοπρεπείς αμοιβές και παράλληλα για τη μείωση του χρόνου εργασίας, ξεπουλούν την ξεκούραση των εργαζομένων, μετατρέποντας την παράταση της εργασίας σε μέσο επιβίωσης. Έτσι, το δικαίωμα στη λιγότερη δουλειά θυσιάζεται κυνικά στον βωμό της κάλυψης των χαμένων εισοδημάτων, με την υπογραφή των ίδιων των εκπροσώπων τους.
