της Σύνταξης
Η κυβέρνηση επέλεξε να ανοίξει με προκλητικό τρόπο το ζήτημα των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων (ΒΑΕ) στο Δημόσιο μέσω της ρύθμισης που προωθεί για τους νοσηλευτές. Πρόκειται όμως για μια παρέμβαση που πρωτίστως δεν αντιμετωπίζει συνολικά το πρόβλημα και ταυτόχρονα δημιουργεί νέα αδιέξοδα, καθώς αποκλείει ειδικότητες που περιλαμβάνονται στον ισχύοντα κανονισμό των ΒΑΕ και εργάζονται κάτω από αντίστοιχες ή και δυσμενέστερες συνθήκες.
Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί ουσιαστική πολιτική αντιμετώπισης του ζητήματος. Αντίθετα, συνιστά μικροκομματική πρακτική που επιχειρεί να δημιουργήσει διαχωρισμούς και ρήγματα ανάμεσα στους εργαζόμενους του Δημοσίου. Η κυβέρνηση επιδιώκει να αποκομίσει επικοινωνιακά οφέλη ενόψει των εκλογών, προωθώντας μια αποσπασματική παρέμβαση. Όμως με την προωθούμενη ρύθμιση δεν απαντά σε μια σειρά ζητήματα που σχετίζονται με τα ΒΑΕ και ταυτόχρονα αφήνει εκτός χιλιάδες εργαζόμενους που δικαιούνται την ένταξή τους.
Το ζήτημα των ΒΑΕ αφορά χιλιάδες εργαζόμενους σε υπηρεσίες υγείας, πρόνοιας, τοπικής αυτοδιοίκησης, τεχνικές υπηρεσίες, εργαστήρια, καθαριότητα και άλλους κλάδους των υπουργείων και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι ειδικότητες περιλαμβάνονται στον κανονισμό των ΒΑΕ. Για όλους αυτούς η κυβέρνηση δεν προωθεί ουσιαστική ρύθμιση, παρότι καθημερινά εκτίθενται σε επικίνδυνους, επιβαρυντικούς και ανθυγιεινούς παράγοντες.
Ιδιαίτερα προκλητικό είναι το γεγονός ότι από το 2011 και μετά, όλοι οι εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο Δημόσιο σε ειδικότητες που περιλαμβάνονται στον κανονισμό των ΒΑΕ υπάγονται κανονικά στο σχετικό καθεστώς. Αντίθετα, οι εργαζόμενοι που υπηρετούσαν ήδη πριν από το 2011 παραμένουν εκτός του καθεστώτος των ΒΑΕ, παρότι ασκούν ακριβώς τα ίδια καθήκοντα και εργάζονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες.
Η προωθούμενη ρύθμιση καλεί σήμερα χιλιάδες εργαζόμενους που προσλήφθηκαν πριν από το 2011 και βρίσκονται λίγα χρόνια πριν από τη συνταξιοδότησή τους να καταβάλουν πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές, προκειμένου να θεμελιώσουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με το καθεστώς των ΒΑΕ. Το εντυπωσιακό είναι ότι δεν τους ζητείται μόνο να καταβάλουν το μέρος των εισφορών που αντιστοιχεί στους ίδιους ως εργαζόμενους, αλλά και το μέρος που αντιστοιχεί στον εργοδότη, δηλαδή στο ίδιο το Δημόσιο. Πρόκειται για κατάφωρη αδικία, καθώς οι εργαζόμενοι αυτοί δεν εντάχθηκαν στα ΒΑΕ από το 2011 όχι με δική τους ευθύνη, αλλά με ευθύνη των κυβερνήσεων. Με αυτό τον τρόπο η κυβέρνηση επιχειρεί σήμερα να μετακυλίσει το κόστος των επιλογών του κράτους στους εργαζόμενους.
Το θέμα των ΒΑΕ δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένο από τις πραγματικές συνθήκες εργασίας. Συνδέεται άμεσα με την υγιεινή και ασφάλεια στην εργασία, την πρόληψη των επαγγελματικών ασθενειών, την προστασία της υγείας των εργαζομένων και τη μείωση της έκθεσής τους σε βλαπτικούς παράγοντες. Ωστόσο, η κυβέρνηση, ενώ εμφανίζεται να αναγνωρίζει τη βλαπτικότητα, διατηρεί σε ισχύ την αύξηση του χρόνου εργασίας που επιβλήθηκε στα χρόνια των μνημονίων, από τις 37,5 στις 40 ώρες εβδομαδιαίως. Με αυτό τον τρόπο αυξάνει τον χρόνο έκθεσης των εργαζομένων στους ίδιους ακριβώς παράγοντες που υποτίθεται ότι αναγνωρίζει ως επικίνδυνους για την υγεία τους.
Η αναγνώριση της βλαπτικότητας και επικινδυνότητας της εργασίας δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό επίπεδο. Πρέπει να αποτυπώνεται και μισθολογικά. Οι εργαζόμενοι που απασχολούνται σε κλάδους και υπηρεσίες που υπάγονται στα ΒΑΕ δικαιούνται ουσιαστική μισθολογική αναβάθμιση, ως αναγνώριση των ιδιαίτερα επιβαρυμένων συνθηκών εργασίας τους. Άλλωστε, κατά την περίοδο των μνημονίων το ανθυγιεινό επίδομα είτε περικόπηκε είτε περιορίστηκε σημαντικά, με αποτέλεσμα η οικονομική αναγνώριση της εργασίας σε βαριές και ανθυγιεινές συνθήκες να υποβαθμιστεί δραστικά.
Επιπλέον, η δραματική υποστελέχωση των δημόσιων υπηρεσιών οδηγεί σε μαζική χρήση υπερωριών, εφημεριών, πρόσθετων βαρδιών και διπλοβαρδιών, ώστε να καλυφθούν τα τεράστια κενά προσωπικού. Έτσι, εργαζόμενοι που ήδη απασχολούνται σε βαριές και ανθυγιεινές συνθήκες υποχρεώνονται να εργάζονται ακόμη περισσότερες ώρες, επιβαρύνοντας περαιτέρω την υγεία και την διακινδυνεύοντας ασφάλειά τους. Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει τις πρόσθετες ώρες εργασίας ως μέσο αύξησης του εισοδήματος των εργαζομένων, σε μια προσπάθεια να υποκαταστήσει τις πραγματικές μισθολογικές αυξήσεις με την εντατικοποίηση της εργασίας. Όμως, οι εργαζόμενοι δεν έχουν ανάγκη από περισσότερες υπερωρίες και περισσότερες ώρες έκθεσης σε βλαπτικούς παράγοντες. Έχουν ανάγκη από γενναίες αυξήσεις στους μισθούς τους και ουσιαστική μισθολογική αναβάθμιση, ιδιαίτερα όσοι εργάζονται σε υπηρεσίες και κλάδους που υπάγονται στα ΒΑΕ.
Την ίδια στιγμή, τα μέτρα υγιεινής και ασφάλειας στο Δημόσιο παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανύπαρκτα ή υποτυπώδη. Η πρόληψη αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα, ενώ οι μηχανισμοί ελέγχου και εφαρμογής της νομοθεσίας είναι ανεπαρκείς. Στις περισσότερες υπηρεσίες δεν έχει πραγματοποιηθεί εκτίμηση επαγγελματικού κινδύνου, δεν υπάρχει γιατρός εργασίας και τεχνικός ασφαλείας, δεν λαμβάνονται τα αναγκαία οργανωτικά και τεχνικά μέτρα προστασίας, ενώ συχνά παρατηρούνται σοβαρές ελλείψεις στη χορήγηση και αντικατάσταση των Μέσων Ατομικής Προστασίας.
Η κατάσταση αυτή εκθέτει καθημερινά τους εργαζόμενους σε κινδύνους που θα μπορούσαν να προληφθούν με την εφαρμογή βασικών κανόνων υγιεινής και ασφάλειας. Ταυτόχρονα, δεν πραγματοποιούνται επιδημιολογικές μελέτες για την καταγραφή των επιπτώσεων της εργασίας στην υγεία των εργαζομένων ανά επάγγελμα και κλάδο. Μια τέτοια διαδικασία απαιτεί οργανωμένη και συστηματική καταγραφή των επαγγελματικών ασθενειών, νοσημάτων και εργατικών ατυχημάτων, κάτι που σήμερα ουσιαστικά δεν υφίσταται στον δημόσιο τομέα. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι η πολιτεία δεν διαθέτει τα απαραίτητα δεδομένα για την αξιολόγηση των επαγγελματικών κινδύνων ούτε τα εργαλεία για τον σχεδιασμό αποτελεσματικών πολιτικών πρόληψης.
Σε αυτή την κατεύθυνση, το Υπουργείο Εργασίας και η Επιθεώρηση Εργασίας οφείλουν να αναλάβουν πρωτοβουλίες για την οργάνωση ενός ολοκληρωμένου συστήματος καταγραφής των επαγγελματικών ασθενειών και ατυχημάτων και να προχωρήσουν σε ουσιαστικούς ελέγχους στους χώρους εργασίας του Δημοσίου. Σήμερα, η Επιθεώρηση Εργασίας δεν διαθέτει πλήρεις αρμοδιότητες ελέγχου για ζητήματα όπως ο χρόνος εργασίας στο Δημόσιο, ενώ οι υπηρεσίες της παραμένουν υποστελεχωμένες. Η επέκταση των αρμοδιοτήτων της, η επαρκής στελέχωση και η ουσιαστική παρουσία της στους δημόσιους χώρους εργασίας αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για την αποτελεσματική προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων.
Για τον λόγο αυτό, το θέμα των ΒΑΕ δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά ή με όρους επικοινωνιακής διαχείρισης. Απαιτείται συνολική προσέγγιση από την πλευρά του συνδικαλιστικού κινήματος. Η ΑΔΕΔΥ, πρώτα από όλα, σε συνεργασία με τις Ομοσπονδίες και τα πρωτοβάθμια σωματεία, οφείλει να αναλάβει πρωτοβουλίες και να οργανώσει κοινές δράσεις με αιτήματα:
- Την πλήρη εφαρμογή του κανονισμού των ΒΑΕ για όλους τους εργαζόμενους των ειδικοτήτων που περιλαμβάνονται σε αυτόν, χωρίς πρόσθετες οικονομικές επιβαρύνσεις για τα προηγούμενα χρόνια.
- Την αναθεώρηση και τροποποίηση του κανονισμού, ώστε να αποκατασταθούν οι αδικίες που δημιουργήθηκαν το 2012, όταν μια σειρά επαγγελμάτων εξαιρέθηκαν αυθαίρετα από το καθεστώς των ΒΑΕ.
- Την ένταξη, χωρίς οικονομική επιβάρυνση, των εργαζομένων που υπηρετούσαν πριν από το 2011 σε ειδικότητες που υπάγονται στα ΒΑΕ, με ανάληψη της ευθύνης από το κράτος για τη μη εφαρμογή του καθεστώτος τα προηγούμενα χρόνια.
- Μείωση του χρόνου εργασίας για τους εργαζόμενους που υπάγονται στα ΒΑΕ, με πρώτο βήμα την καθιέρωση 35ωρης εβδομαδιαίας εργασίας χωρίς μείωση αποδοχών.
- Γενναίες αυξήσεις στους μισθούς όλων των εργαζομένων του Δημοσίου και ειδική μισθολογική αναβάθμιση για όσους εργάζονται σε κλάδους και υπηρεσίες που υπάγονται στα ΒΑΕ.
- Αποκατάσταση των απωλειών που υπέστησαν οι εργαζόμενοι από τις περικοπές και τον περιορισμό του ανθυγιεινού επιδόματος κατά την περίοδο των μνημονίων.
- Ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών με μόνιμο προσωπικό ώστε να περιοριστούν οι υπερωρίες, οι εφημερίες και οι διπλοβάρδιες.
- Λήψη ουσιαστικών μέτρων για την υγιεινή και ασφάλεια στην εργασία. Συστηματική εκπόνηση εκτιμήσεων επαγγελματικού κινδύνου σε όλες τις υπηρεσίες και τους χώρους εργασίας του Δημοσίου.
- Χορήγηση όλων των προβλεπόμενων Μέσων Ατομικής Προστασίας, τακτική ανανέωσή τους και ουσιαστικό έλεγχο της εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας.
- Δημιουργία ολοκληρωμένου συστήματος καταγραφής επαγγελματικών νοσημάτων και εργατικών ατυχημάτων.
- Ενίσχυση και επέκταση των αρμοδιοτήτων της Επιθεώρησης Εργασίας στο Δημόσιο και διενέργεια ουσιαστικών ελέγχων σε όλους τους χώρους εργασίας.
Η προστασία της υγείας των εργαζομένων δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο αποσπασματικών ή προεκλογικού χαρακτήρα παρεμβάσεων. Απαιτείται μια ολοκληρωμένη πολιτική που αναγνωρίζει έμπρακτα τη βλαπτικότητα της εργασίας, μειώνει την έκθεση στους επαγγελματικούς κινδύνους, διασφαλίζει αξιοπρεπείς μισθούς και εγγυάται ασφαλείς συνθήκες εργασίας για όλους τους εργαζόμενους του Δημοσίου.
Τα Βαρέα – Ανθυγιεινά δεν είναι μόνο συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Αποτελούν ενιαίο πλαίσιο προστασίας που περιλαμβάνει τη μείωση του χρόνου εργασίας, τη μισθολογική αναβάθμιση, την υγιεινή και ασφάλεια στην εργασία και την ουσιαστική προστασία της υγείας των εργαζομένων.



