Η απόφαση του Υπουργείου Παιδείας να προχωρήσει στην εφαρμογή του λεγόμενου «πολλαπλού βιβλίου», δίνοντας εντολή στους Συλλόγους Διδασκόντων να επιλέξουν βιβλία μέσα σε ελάχιστες ημέρες πριν από τη λήξη του σχολικού έτους, συνιστά πρωτοφανή επίδειξη προχειρότητας και αυταρχισμού.
Οι εκπαιδευτικοί καλούνται να πάρουν μια κρίσιμη παιδαγωγική απόφαση με ανεπαρκή ενημέρωση και κάτω από ασφυκτική πίεση χρόνου. Η διαδικασία-εξπρές υποβαθμίζει πλήρως τον ρόλο των Συλλόγων Διδασκόντων, μετατρέποντάς τους σε απλούς διεκπεραιωτές.
Το σχολικό βιβλίο δεν είναι μια τυπική διοικητική επιλογή. Είναι βασικό εργαλείο καθημερινής διδασκαλίας και μάθησης, που επηρεάζει άμεσα, ιδιαίτερα τα παιδιά που στηρίζονται κυρίως στο δημόσιο σχολείο. Όταν η επιλογή γίνεται βιαστικά, χωρίς ουσιαστική παιδαγωγική συζήτηση, το βάρος πέφτει τελικά στους ίδιους τους μαθητές και τις μαθήτριες.
Πίσω από τον τίτλο «πολλαπλό βιβλίο» κρύβεται στην πραγματικότητα η δυνατότητα διαφορετικού βιβλίου από σχολείο σε σχολείο, δηλαδή ένας ακόμη μηχανισμός διαφοροποίησης και κατηγοριοποίησης της δημόσιας εκπαίδευσης.
Όταν μια τόσο σοβαρή αλλαγή επιβάλλεται ερήμην της εκπαιδευτικής κοινότητας, γίνεται σαφές ότι ο στόχος δεν είναι η ουσιαστική αναβάθμιση της παιδείας. Αντίθετα, ενισχύονται οι υποψίες για εξυπηρέτηση εκδοτικών συμφερόντων και για επικίνδυνη κατηγοριοποίηση των σχολείων, στην ίδια κατεύθυνση που ήδη βλέπουμε με τα Ωνάσεια, τους διαγωνισμούς PISA, τους υποβιβασμούς, τις συγχωνεύσεις και τη συνολική πολιτική διάλυσης του ενιαίου δημόσιου σχολείου.
Το αίτημα των Συλλόγων Εκπαιδευτικών και των Ομοσπονδιών τους πρέπει να είναι ξεκάθαρο: άμεση απόσυρση της απόφασης.
Η εισαγωγή νέων βιβλίων απαιτεί διάλογο με τους εκπαιδευτικούς, σοβαρή επιμόρφωση και σεβασμό στον παιδαγωγικό ρόλο των Συλλόγων Διδασκόντων και όχι επικοινωνιακά τελεσίγραφα.



