Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά την πρόσφατη επίσκεψή του σε νοσοκομείο δήλωσε ότι «θέλουμε περισσότερες νοσηλεύτριες αλλά δεν βρίσκουμε». Ο ισχυρισμός αυτός του Πρωθυπουργού είναι γνωστό ότι δεν έχει καμία σχέση με την αλήθεια. Απλώς με αυτό τον τρόπο ο πρωθυπουργός επιχειρεί να αποποιηθεί τις κυβερνητικές ευθύνες για την απουσία προκήρυξης θέσεων στην υγεία.
Η σκληρή πραγματικότητα είναι ότι σε όλες τις προκηρύξεις των τελευταίων χρόνων για νοσηλευτικό προσωπικό το ενδιαφέρον ήταν μαζικό. Οι αιτήσεις που κατατέθηκαν ήταν πολλαπλάσιες από τις διαθέσιμες θέσεις. Το στοιχείο αυτό αποδεικνύει ότι δεν λείπουν οι νοσηλευτές, απουσιάζουν απλώς οι προκηρύξεις για την κάλυψη των τεράστιων κενών.
Είναι μάλιστα εντυπωσιακό να το ισχυρίζεται αυτό ο Πρωθυπουργός όταν μέσα στο 2025 δεν εκδόθηκε ούτε μία νέα προκήρυξη, γεγονός που καθιστά τουλάχιστον προκλητικό τον ισχυρισμό ότι «δεν βρίσκονται» άνθρωποι να στελεχώσουν τα νοσοκομεία.
Την ίδια στιγμή, οι συνθήκες εργασίας στο ΕΣΥ είναι τέτοιες που αποθαρρύνουν ακόμη και όσους θέλουν ακόμα και να παραμείνουν στο ΕΣΥ. Εξαντλητικά ωράρια, συνεχείς υπερβάσεις στο χρόνο εργασίας, υποστελέχωση και μισθοί που δεν ανταποκρίνονται ούτε στην ευθύνη ούτε στην ένταση εργασίας του επαγγέλματος. Όλα αυτά έχουν καταστήσει τη νοσηλευτική καθόλου ελκυστική και χωρίς προοπτική μέσα στο ΕΣΥ. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και οι θέσεις στις σχολές νοσηλευτικής δεν καλύπτονται πλήρως, καθώς οι νέοι βλέπουν από νωρίς το αδιέξοδο που τους περιμένει.
Ένας σημαντικός αριθμός από αυτούς που εξέρχονται από τις νοσηλευτικές σχολές, γνωρίζοντας τη σκληρή πραγματικότητα των νοσοκομείων, επιλέγουν τη μετανάστευση σε χώρες όπου οι συνθήκες εργασίας και αμοιβής είναι σαφώς καλύτερες. Μια άλλη μερίδα επιλέγει τον ιδιωτικό τομέα, όπου, παρά τα προβλήματα, οι όροι εργασίας και αμοιβής είναι συχνά καλύτεροι από εκείνους του ΕΣΥ. Αυτή η “αιμορραγία” προσωπικού, που θα μπορούσε να στελεχώσει το ΕΣΥ, δεν είναι φυσικό φαινόμενο αλλά αποτέλεσμα των πολιτικών επιλογών της σημερινής κυβέρνησης αλλά και όσων προηγήθηκαν.
Ακόμη και όταν η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι έχει «επιτυχίες» στις προσλήψεις, αυτό δεν είναι αληθές. Ένα μεγάλο μέρος των θέσεων καλύπτεται από νοσηλευτές που ήδη εργάζονται ως συμβασιούχοι και απλώς μέσω των προκηρύξεων μονιμοποιούνται, χωρίς να αυξάνεται ουσιαστικά ο αριθμός των εργαζομένων στα νοσοκομεία. Πρόκειται για μια λογιστική βελτίωση στα χαρτιά και όχι για πραγματική ενίσχυση των δομών υγείας.
Αν λοιπόν δεν υπάρξει άμεσα μια μαζική προκήρυξη χιλιάδων μόνιμων θέσεων που να καλύπτει τις πραγματικές ανάγκες των νοσοκομείων, αν αυτή δεν συνοδευτεί από ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών εργασίας και γενναία αύξηση των μισθών, τότε η υποστελέχωση θα διευρυνθεί, η φυγή των νοσηλευτών θα συνεχιστεί και οι συνθήκες εργασίας για όσους υπηρετούν θα επιδεινωθούν.
Το ερώτημα που τίθεται είναι αν αυτή η κυβέρνηση, που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η ιδιωτικοποίηση της υγείας και γι’ αυτό αγνοεί επιδεικτικά τις διεκδικήσεις των εργαζόμενων για βελτίωση των συνθηκών εργασίας και αμοιβής, μπορεί να προχωρήσει σε τέτοια μέτρα που αντιστρατεύονται την πολιτική της.
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι μάλλον προφανής. Η διεκδίκηση μιας άλλης πολιτικής που θα στηρίζει το ΕΣΥ και μαζί και το προσωπικό που υπηρετεί σε αυτό, είναι υπόθεση ενός οργανωμένου κινήματος, πρώτα από όλα των υγειονομικών. Ένας τέτοιος αγώνας για βελτίωση των συνθηκών εργασίας και αμοιβής για να είναι νικηφόρος θα πρέπει να συνδεθεί με τους αγώνες του λαού για αποτροπή των ιδιωτικοποιήσεων στην υγεία και την διεκδίκηση μιας άλλης πολιτικής που θα καλύπτει επαρκώς και δωρεάν τις υγειονομικές ανάγκες του λαού.
Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα ygeionomikoi.gr















